Συναδέλφισσες και συνάδελφοι,
Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τις εκδηλώσεις που πραγματοποίησε η διοίκηση της Τράπεζας και αναφερόμαστε στην ετήσια συνάντηση στελεχών του Δικτύου τον περασμένο μήνα, καθώς και στην παρουσίαση του Transformation πριν από μερικές ημέρες.
Και στις δύο εκδηλώσεις κυριάρχησε το ίδιο αφήγημα «ρεαλισμού»: σταθερότητα, εκσυγχρονισμός και ανάπτυξη. Ένα αφήγημα επιτυχίας που επιχειρεί να παρουσιάσει την πορεία της Τράπεζας ως κοινή πραγματικότητα για όλους, αποκρύπτοντας ότι πίσω από αυτή την εικόνα επιτυχίας υπάρχει ένα σημαντικό κόστος, το οποίο επωμίζονται καθημερινά οι εργαζόμενοι.
Όμως όσα βιώνουν καθημερινά οι εργαζόμενοι αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, όπου πίσω από τα μεγάλα λόγια για εκσυγχρονισμό και θεσμική κανονικότητα, βρίσκεται η καθημερινότητα των χώρων δουλειάς: ασφυκτική πίεση, εντατικοποίηση της εργασίας, λιγότερες προοπτικές υπηρεσιακής εξέλιξης και ένα κλίμα αδικιών και στασιμότητας.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό:
Αυτός ο «ρεαλισμός» ποια πραγματικότητα περιγράφει τελικά και για ποιους;
Γιατί, αν αφήσει κανείς στην άκρη τα επικοινωνιακά αφηγήματα, διακρίνει μια βαθιά αντίφαση. Από τη μία πλευρά προβάλλονται υψηλές επιδόσεις και ιστορική κερδοφορία. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν αυτή την πορεία πληρώνοντας το κόστος της με αυξημένο φόρτο εργασίας, διαρκή πίεση και αδικίες στην υπηρεσιακή και μισθολογική τους εξέλιξη.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους. Αφορά και την κοινωνία.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 56,1% των πολιτών αξιολογεί αρνητικά την ποιότητα εξυπηρέτησης στα τραπεζικά καταστήματα, ενώ το 50,4% δηλώνει ότι επηρεάστηκε αρνητικά από το κλείσιμο υποκαταστημάτων και τη μείωση της φυσικής παρουσίας των τραπεζών.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το χάσμα ανάμεσα στην εικόνα «ρεαλισμού» που προβάλλεται και στην πραγματικότητα είναι πλέον εμφανές τόσο στην κοινωνία όσο και μέσα στους χώρους δουλειάς.
Η διοίκηση μιλά για ψηφιακό μετασχηματισμό και εκσυγχρονισμό. Στην πράξη, όμως, οι εργαζόμενοι στο Δίκτυο καλούνται καθημερινά να διαχειριστούν δυσλειτουργίες συστημάτων, καθυστερήσεις στην επίλυση προβλημάτων, συνεχείς προστριβές με την πελατεία και διαρκή μείωση προσωπικού, καθώς κάθε 12–15 μήνες νέοι γύροι εθελούσιων αποχωρήσεων αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο τα καταστήματα.
Η ψηφιοποίηση, αντί να διευκολύνει την εργασία, συχνά μετατρέπεται σε έναν ακόμη παράγοντα πίεσης για τον εργαζόμενο που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.
Ο λεγόμενος «εκσυγχρονισμός» μεταφράζεται τελικά σε υποστελέχωση καταστημάτων και δραματική αύξηση του φόρτου εργασίας, με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα: εντατικοποίηση, απλήρωτη υπερεργασία και συνεχής μετακύλιση ευθυνών προς τα κάτω.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον έρχεται να εφαρμοστεί και ο νέος Κανονισμός Εργασίας, τον οποίο η πλειοψηφία του ΣΥΕΤΕ παρουσίασε ως μεγάλη κατάκτηση.
Η πραγματική εφαρμογή του όμως αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό.
Η κοινή valeur της 1.1.2026, που αποδόθηκε σε χιλιάδες εργαζόμενους με τη μετάπτωση στους νέους βαθμούς, σε συνδυασμό με τη σύμπτυξη βαθμών, δημιούργησε ένα νέο κύμα αδικιών στην υπηρεσιακή εξέλιξη.
Οι συνέπειες αυτών των επιλογών αφορούν τρεις βασικές κατηγορίες συναδέλφων.
Πρώτη κατηγορία
Η πρώτη κατηγορία αφορά εργαζόμενους που υφίστανται μια σαφή ηθική απαξίωση.
Παλαιότεροι συνάδελφοι βλέπουν τη βαθμολογική τους πορεία να εξισώνεται με εκείνη εργαζομένων με πολύ λιγότερα χρόνια υπηρεσίας. Μπορεί να μην υφίστανται άμεση οικονομική απώλεια, όμως βλέπουν να απαξιώνεται στην πράξη η εμπειρία και η πολυετής διαδρομή τους στην Τράπεζα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αρκετές περιπτώσεις εργαζόμενοι με μόλις 3 έως 5 χρόνια παρουσίας έφτασαν στον βαθμό του Τμηματάρχη Α’, όταν για την κατάκτηση του ίδιου βαθμού στο παρελθόν απαιτούνταν περισσότερα από 20 ή ακόμη και 25 χρόνια υπηρεσίας.
Δεύτερη κατηγορία
Η δεύτερη κατηγορία αφορά εργαζόμενους που υφίστανται άμεση οικονομική απώλεια.
Η Τράπεζα, παραβλέποντας για ακόμη μία φορά τις συμβατικές της υποχρεώσεις όπως αυτές προβλέπονταν από τον προηγούμενο Κανονισμό Εργασίας, δεν προχώρησε στην προβλεπόμενη διαδικασία προαγωγών που έπρεπε να πραγματοποιείται δύο φορές τον χρόνο. Οι προαγωγές αυτές δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ και οι αντίστοιχες valuer δεν αποδόθηκαν.
Την ίδια στιγμή, το προεδρείο του ΣΥΕΤΕ, το οποίο όφειλε να διασφαλίσει την εφαρμογή όσων προέβλεπε ο Κανονισμός, επέδειξε για άλλη μια φορά αδικαιολόγητη ανοχή, καθώς δεν άσκησε την απαραίτητη πίεση ώστε πρώτα να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να αποδοθούν οι προβλεπόμενες valuer και μετά να προχωρήσει στη συμφωνία για τον νέο Κανονισμό.
Αν αυτό είχε συμβεί, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα εκατοντάδες συνάδελφοι δεν θα είχε δημιουργηθεί.
Το αποτέλεσμα είναι προφανές: εκατοντάδες εργαζόμενοι που θα έπρεπε να έχουν λάβει τις αντίστοιχες μισθολογικές αυξήσεις βρέθηκαν να υφίστανται οικονομική ζημία και μπλοκάρισμα της υπηρεσιακής τους εξέλιξης.
Με απλά λόγια: χρήματα που έπρεπε να έχουν λάβει, δεν τα έλαβαν ποτέ.
Τρίτη κατηγορία
Η τρίτη κατηγορία αφορά το εξειδικευμένο προσωπικό.
Συγκεκριμένα συναδέλφους που πληρούν τα ουσιαστικά κριτήρια για την επόμενη εξειδικευμένη βαθμίδα, αλλά μπλοκάρονται επειδή δεν κατέχουν τον απαραίτητο λογιστικό βαθμό, ο οποίος καθυστέρησε να αποδοθεί λόγω των αλλαγών.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος καθυστερήσεων που μπλοκάρει την υπηρεσιακή εξέλιξη εργαζομένων χωρίς δική τους ευθύνη.
Οι προτάσεις της ΔΑΣ
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση δεν αρκεί να καταγράφουμε τις αδικίες.
Χρειάζονται συγκεκριμένες λύσεις. Γι’ αυτό ως ΔΑΣ προτείνουμε:
Για το μη εξειδικευμένο προσωπικό:
την οικονομική αποκατάσταση των απωλειών που προκλήθηκαν από την καθυστέρηση των προαγωγών.
Για το εξειδικευμένο προσωπικό:
την έκδοση μεταβατικής Πράξης Διοικήσεως που θα αποδίδει στους δικαιούχους την εξειδικευμένη βαθμίδα που θα τους αναλογούσε, παρακάμπτοντας τον περιορισμό του λογιστικού βαθμού, καθώς και την κατάργηση της ποσόστωσης — ενός περιοριστικού μέτρου που αποδείχθηκε αδιέξοδο τόσο για την Τράπεζα όσο και για τους εργαζόμενους, καθώς στην πράξη λειτούργησε περιοριστικά για την υπηρεσιακή εξέλιξη και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Οι προτάσεις αυτές δεν είναι ούτε υπερβολικές ούτε ανέφικτες. Αποτελούν στοιχειώδη μέτρα αποκατάστασης συγκεκριμένων αδικιών και καλούμε το προεδρείο να προχωρήσει άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες για τη διόρθωσή τους.
Συναδέλφισσες και συνάδελφοι,
η πλειοψηφία του ΣΥΕΤΕ δεν μπορεί να συνεχίσει να παρουσιάζει κάθε απώλεια δικαιωμάτων ως «υπεύθυνη συνδικαλιστική επιλογή». Όταν η υπηρεσιακή εξέλιξη μπλοκάρεται και οι απώλειες βαφτίζονται «αναγκαίες προσαρμογές», τότε δεν μιλάμε για υπευθυνότητα, αλλά για υποχώρηση.
Την ώρα που η διοίκηση μιλά για επιτυχίες και ιστορική κερδοφορία και μοιράζει εκατοντάδες εκατομμύρια σε προμερίσματα και μερίσματα στους μετόχους, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να καλούνται διαρκώς να «προσαρμόζονται».
Ως εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας δεν έχουμε ανάγκη από συνδικαλισμό διαχείρισης των απωλειών.
Έχουμε ανάγκη από συνδικαλισμό διεκδίκησης, όχι μόνο για την αποκατάσταση όσων χάθηκαν, αλλά και για τη διεύρυνση δικαιωμάτων και προοπτικών.
Η λογική ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος» δεν είναι πραγματικότητα. Είναι επιλογή.
Οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας αξίζουν έναν συνδικαλισμό που διεκδικεί, όχι έναν συνδικαλισμό που συμβιβάζεται.
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΔΑΣ





